Από Υποστράτηγο(ΜΧ) ε.α. Ανδρέα Αγγελόπουλο, Διπλ. Πολ. Μηχανικό ΔΠΘ
ΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΟΥ ΖΩΝΗΣ
Με σκοπό την υλοποίηση της οχύρωσης το Υπουργείο Στρατιωτικών με την υπ’ αριθμό 2029 / 44 / 17 Οκτωβρίου διαταγή του, συγκροτεί την προβλεπόμενη από τον Οργανισμό του Στρατού Διοίκηση Φρουρίου Θεσσαλονίκης (ΔΦΘ), που χαρακτηρίσθηκε σαν Μεγάλη Μονάδα. Η ΔΦΘ είχε ανάλογο επιτελείο και υπηρεσίες. Στην αρχή είχε τρεις Διευθύνσεις Έργων (μέχρι το 1937 λέγονταν Εποπτείες Έργων) και στη συνέχεια απόκτησε και άλλες δύο. Οι Διευθύνσεις αυτές είχαν αρμοδιότητα Διευθύνσεως Μηχανικού. Κάθε Διεύθυνση εξυπηρετούνταν από μία αποθήκη υλικού που είχε εγκατασταθεί στο οικείο Σιδηροδρομικό Σταθμό. Οι Διευθύνσεις έργων έκαναν κατανομή των εργασιών στους Αξιωματικούς έργων. Οι μελέτες οχύρωσης έγιναν όλες από Αξιωματικούς του Μηχανικού με τη συνδρομή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Τεχνικού κόσμου της Χώρας. Οι μελέτες στηρίχθηκαν αρχικά σε στοιχεία του Γαλλικού κανονισμού οργάνωσης εδάφους και σε διάφορα συγγράμματα οχυρωτικής κυρίως Γαλλικά. Οι εργασίες στο μεγαλύτερο μέρος τους εκτελέσθηκαν εργολαβικά από Έλληνες εργολάβους και Ελληνικές εταιρείες, εκτός από τις εργασίες οδοποιίας, χαρακωμάτων, συρματοπλεγμάτων, τεχνικής απόκρυψης και διευθέτησης πεδίου βολής, που έγιναν απολογιστικά με Στρατιωτικά τμήματα.
ΟΧΥΡΑ
Τα Οχυρά που κατασκευάστηκαν, εκτός από τα μόνιμα από οπλισμένο σκυρόδεμα για την τοποθέτηση και λειτουργία των όπλων, περιλάμβαναν εγκαταστάσεις και ευκολίες άνετης επικοινωνίας και διαβίωσης του προσωπικού. Αξίζει να παρατεθεί η άποψη του ομότιμου καθηγητή κ. Θεοδοσίου Τάσιου για αυτά, από το άρθρο του στον τύπο: «Τώρα είναι (επιτέλους) καιρός ν’ αναμνησθούμε ότι ελληνικά χέρια, ελληνικά λεφτά, ελληνική διευθυντική οργάνωση κι ελληνική τεχνογνωσία, κατασκεύασαν (πριν από 65 χρόνια) ένα μέγιστο τεχνικό έργο: Την οχύρωση των Βόριων Συνόρων της Χώρας, κατασκευασμένη απ’ τον Ελληνικό Στρατό κι από τους Έλληνες Μηχανικούς. Στη συνοριακή γραμμή Ελλάδας – Βουλγαρίας, κατασκευάστηκαν 21 οχυρά (μεταξύ των οποίων η Παπαδοπούλα, το Αρπαλούκι, το Ιστίμπεη, το Ρούπελ, το Περιθώρι, το Πυραμιδοριδές κ.α.). Το καθένα τους ήταν ένα περίκλειστο έργο ικανό να αμυνθεί προς κάθε κατεύθυνση, με επιφανειακά έργα βολής (πυροβόλων, όλμων, βομβιδοβόλων, πολυβόλων κ.λπ.) και με ποικίλα άλλα υπόγεια έργα εγκαταστάσεων υποστήριξης (διοικητήριο, θάλαμοι, μαγειρεία, αποθήκες, κάθε είδους. Κατασκευάστηκε πλήρες οδικό δίκτυο, από τα κύρια οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα μέχρι τις θέσεις μάχης. Κατασκευάστηκαν επίσης εγκαταστάσεις φωτισμού, αερισμού, ύδρευσης, αποχέτευσης και επικοινωνίας στα οχυρά (θέσεις μάχης) ως και επικοινωνίες με τις επίγειες Διοικήσεις και Μονάδες. Τέλος, κατασκευάστηκαν κωλύματα από συρματοπλέγματα, σιδηροδοκούς, πεσσούς από σκυρόδεμα, Α/Τ τάφροι, αποτμήσεις, κ.α.
Εκτός από τα μόνιμα οχυρά κατασκευάστηκαν και έργα εκστρατείας τόσο στα σύνορα προς τη Βουλγαρία όσο και σ’ αυτά προς την Αλβανία και Γιουγκοσλαβία. Ένα τεράστιο έργο επετεύχθη με το μόχθο και την ενσυνείδητη εργασία εκατοντάδων Αξιωματικών κυρίως του Μηχανικού με υπεύθυνο τον Σχη (ΜΧ) Στρίμπερ, πολλών επιστημόνων από τον Τεχνικό κόσμο της χώρας, χιλιάδων εργατών και Οπλιτών. Ξένοι Αξιωματικοί, όπως Γάλλοι, Τούρκοι, Γερμανοί, κ.λπ. εκφράστηκαν επαινετικότατα και με θαυμασμό για τα οχυρά μας και την προσαρμογή τους στις νεότερες οχυρωματικές τεχνικές ιδέες καθώς και τις ισχυρές αντοχές τους σε άμεσες βολές πυροβόλων και βομβών, αποτέλεσμα της καλής συμπύκνωσης του σκυροδέματος (για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν μηχανικά μέσα, δηλαδή μπετονιέρες και βενζινοκίνητοι δονητές σκυροδέματος που δεν ήταν τότε διαδεδομένα), της χρήσης θραυστών πυριτικών και ασβεστολιθικών αδρανών καθώς και θηραϊκή γη που μπήκε σαν πρόσθετο στο μίγμα (την εξήγηση αυτή έδωσε ο πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, επιλύοντας απορίες Γερμανών Αξκων του Μηχανικού όταν ερωτήθηκε σχετικώς μετά την εισβολή, για τη σύνθεση του σκυροδέματος των οχυρών, έχοντας εμπειρίες των έργων της γραμμής Μαζινώ τα οποία κατέρρεαν σε άμεσες βολές των πυροβόλων των αρμάτων). Ο στρατηγός Σνάϊτερ χαρακτήρισε αυτά σαν τον χρυσό μέσο όρο μεταξύ του Γαλλικού συστήματος και των συστημάτων άλλων κρατών και ότι είναι τα καταλληλότερα για ορεινά εδάφη όπως τα δικά μας.
Σχόλια και απόδοση τιμής που τους πρέπει, για το μεγαλειώδες έργο της οχύρωσης των Βορείων συνόρων, κατατέθηκαν στο 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο Σκυροδέματος στην Κω το 1995 και μεταφέρονται στον Αθηναϊκό Τύπο από τον ομότιμο καθηγητή της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου κ. Θεοδόση Τάσιο.
Η μελέτη της οχύρωσης άρχισε το 1933 όταν για πρώτη φορά το Γενικό Επιτελείο Στρατού κατάρτισε ένα προσχέδιο κατασκευής των οχυρωματικών έργων, θεωρώντας ότι πρόκειται για έργο μεγάλης εθνικής σημασίας. Απόδειξη της αποφασιστικότητας είναι ότι το 1935 το Επιτελείο επανήλθε θεσπίζοντας επιτροπή μελετών και οχυρώσεων. Ένα χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 1936, πραγματοποιείται η χάραξη των έργων και προσδιορίζονται οι πρώτες καταληκτικές ημερομηνίες, όπως άλλωστε ισχύει και με κάθε έργο πολύ υψηλού Επιπέδου».
«Σε μια εποχή που το αποδεκτό μπετόν «ανήκε στην κατηγορία 120, την ποιότητα δηλαδή που έχει αντοχή 120 κιλών ανά τετραγωνικό εκατοστό, οι τεχνικοί των οχυρών αποφάσισαν να φτιάξουν μια πολύ καλύτερη ποιότητα με αντοχή 400 κιλά ανά τετραγωνικό εκατοστό. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια από τότε μέχρι να ξαναγίνει στην Ελλάδα αυτός ο περίπου τετραπλασιασμός στην ποιότητα του μπετόν. Προκειμένου να αυξήσουν τη στεγανότητα και την ανθεκτικότητα του υλικού στα υπόγεια έργα, έκαναν χρήση Θηραϊκής γης σε αναλογία 50 κιλά ανά κυβικό σκυροδέματος».
Να επισημάνουμε ακόμη τον τεράστιο ρόλο που έπαιξε το Μετσόβιο Πολυτεχνείο με κορυφαίο στη συνεισφορά του τον καθηγητή του οπλισμένου σκυροδέματος και δάσκαλό του Περικλή Παρασκευόπουλο».
Διερωτάται κανείς πού να αποδώσει τιμές σε ένα πρόσωπο, σε ομάδες καθηγητών και στρατιωτικών, σε ιδιώτες τεχνικούς, μήπως στο ελληνικό φρόνημα, στη συνέργεια δυνάμεων. «Στον Σχη (ΜΧ) Ιωάννη Στρίμπερ αρχικώς, την ιδιοφυΐα στη σύλληψη και εν συνεχεία εκτέλεση του έργου, στο στρατιωτικό που αργότερα έλαβε το βαθμό του στρατηγού αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του φρουρίου Θεσσαλονίκης, στον άνθρωπο που είχε δικαιοδοσίες επιπέδου υπουργού στρατιωτικών. Αλλά και στον Ιωάννη Μεταξά ο οποίος, διορατικός επιτελάρχης ο ίδιος, αγκάλιασε πλήρως το έργο και την προοπτική του να θωρακίσει τον ελληνικό χώρο».
«Το έργο περιελάμβανε 21 οχυρές θέσεις, διαθέτοντας μεγάλο πλήθος οπό οχυρά, εκατοντάδες μέτρα από υπόγεια και προστατευτικά έργα, καθώς και ισχυρή επιμελητεία».
«Φαντασθείτε ότι τα οχυρωματικά έργα είχαν μήκος υπογείων στοών μεγάλου πλάτους γύρω στα 40 χιλιόμετρα, 200.000 κυβικά μέτρα ήταν το μπετόν που χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες του έργου, ενώ οι εκσκαφές βράχων αγγίζουν το ένα εκατομμύριο κυβικά μέτρα – εργασίες για τις οποίες καταβλήθηκαν 3 εκατομμύρια μεροκάματα».
«Όλη αυτή η υποδομή υποδεχόταν το στρατιωτικό σκοπό της οχύρωσης, τα έργα άρχιζαν από το τριεθνές, το σημείο συνάντησης γιουγκοσλαβικών και βουλγαρικών συνόρων, το Μπέλες, και όδευε προς Ανατολάς μέχρι να φθάσει στη Θράκη».
Ακούμε στις μέρες μας για πολύ υψηλά ποσά που διατίθενται σε μεγάλης κλίμακας έργων υποδομής, θεωρώντας ότι αποτελούν σημαντική επιβάρυνση στον ελληνικό Προϋπολογισμό. «Σε εποχές πολύ πιο δύσκολες ακόμη και για την επιβίωση του ελληνικού λαού θα κατανοήσουμε τη σημασία που απέδιδε το ελληνικό κράτος πληροφορούμενοι ότι η συνολική δαπάνη σε προπολεμικές δραχμές ανερχόταν σε ενάμισι δισεκατομμύριο. Κάνοντας την αναγωγή σε σημερινά δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη ορισμένα κριτήρια, βρήκαμε μια ρεαλιστική αντιστοιχία με μισό τρισεκατομμύριο δραχμές, κόστος που ισοδυναμεί σήμερα με 150 χιλιόμετρα αυτοκινητοδρόμου».
Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ – ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (06 Απρ. 1941)



















